Search
× Search
Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2020

Ομιλίες

Ομιλίες

/ Κατηγορίες: Ομιλίες, Δελτία Τύπου

Ομιλία του Βουλευτή Β' Πειραιά, κ. Ιωάννη Τραγάκη, στη συζήτηση για τη Συμφωνία των Πρεσπών

Κυρίες και κύριοι βουλευτές,

 

Η προσωπική μου θέση, ως ο αρχαιότερος Βουλευτής του Κοινοβουλίου, αλλά και η θέση της παράταξης μας, όπως την έχει ρητά εκφράσει ο Πρόεδρος μας, Κυριάκος Μητσοτάκης, είναι η κατηγορηματική, η απερίφραστη αντίθεση μας στη Συμφωνία των Πρεσπών.

 

Η στάση μας αυτή, είναι γνήσια πατριωτική,

αλλά δεν είναι προϊόν συναισθηματισμού, ούτε αντιπολιτευτικού μένους ενάντια στη Κυβέρνηση.

 

Άλλωστε, τα εθνικά θέματα δεν προσφέρονται για μικροπολιτικές σκοπιμότητες,

και αυτή η παράταξη έχει αποδείξει, διαχρονικά, ότι βάζει το εθνικό συμφέρον πάνω από το κομματικό.

 

Με νηφαλιότητα και σοβαρότητα στεκόμαστε απέναντι στη Συμφωνία των Πρεσπών,

γιατί αυτή η υπόθεση, από την αρχή της  μέχρι το τέλος,

συνιστά μια μαύρη σελίδα για τη  πολιτική ζωή του τόπου.

 

Από τον «σκοτεινό», κρυφό, τρόπο που διαπραγματεύτηκαν ο κ. Τσίπρας και ο κ. Κοτζιάς

μέχρι τις πολιτικές μεθοδεύσεις που χρησιμοποίησε για να διαλύσει τα κόμματα της αντιπολίτευσης,

τις ανήθικες μεταγραφές βουλευτών

και τις αντικοινοβουλευτικές πρακτικές, στις οποίες κατέφυγαν προκειμένου να περάσει η Συμφωνία από τη Βουλή.

 

Η ποιότητα της Δημοκρατίας μας επλήγη πολύ σοβαρά από την ιστορία αυτή.

 

Αλλά είμαστε και ενάντια στη Συμφωνία των Πρεσπών, αυτή καθ’ αυτή, διότι είναι επιζήμια για τα εθνικά μας συμφέροντα.

 

Παραχωρεί «μακεδονική» ταυτότητα και γλώσσα στα Σκόπια και υποδαυλίζει τον αλυτρωτισμό.

 

Δεν το πιστεύουμε μόνο εμείς.

 

Το πιστεύει η μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού που στέκεται απέναντί στη Συμφωνία σε ποσοστό 70%, τη βούληση του οποίου αγνοείτε προκλητικά.

 

Το πιστεύουν ακόμα διεθνολόγοι, ιστορικοί, διανοούμενοι, ακόμα και πρώην διπλωμάτες.

 

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

 

Καμία κυβέρνηση και κανένας Πρωθυπουργός, δεν δέχθηκαν  και δεν συμφώνησαν όλα αυτά που δέχθηκε και συμφώνησε η κυβέρνηση Τσίπρα.

 

Γιατί;

 

Διότι, η Ελλάδα ιστορικά, από τα μέσα του 19ου αιώνα έως σήμερα, διεκδικεί σταθερά τρείς βασικούς στόχους:

 

  1. Να μην μονοπωλήσει οποιοσδήποτε την ταυτότητα και το σύνολο της ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας.

 

  1. Να μην μπορέσει ποτέ άλλο μέρος να εμφανιστεί ως νομιμοποιημένος διεκδικητής της πολιτιστικής και της εδαφικής υπόστασης της Μακεδονίας που ανήκει στην ελληνική επικράτεια.

 

  1. Να μην καλλιεργηθούν προϋποθέσεις δημιουργίας ζητήματος μακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα.

 

Όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις, έμειναν προσηλωμένες στη διεκδίκηση αυτών των στόχων, δαπανώντας μεγάλο πολιτικό και διπλωματικό κεφάλαιο.

 

Πάντα μας πίεζαν οι μεγάλες δυνάμεις.

 

Ο Κώστας Καραμανλής, ως Πρωθυπουργός και η Ντόρα Μπακογιάννη, ως Υπουργός Εξωτερικών, το 2008 στο Βουκουρέστι, ήρθαν σε ευθεία σύγκρουση με την πανίσχυρη τότε κυβέρνηση Τζωρτζ Μπους προκειμένου να υπερασπιστούν τα ζωτικά μας συμφέροντα.

 

Εσείς, παραδώσατε γη και ύδωρ.

 

Κάνατε αυτό που κάνετε πάντα, από τη πρώτη ημέρα της διακυβέρνησης σας:

Υπαναχωρείτε σε κάθε μεγάλο θέμα εθνικής σημασίας, έναντι των εξωτερικών πιέσεων, προκειμένου να εξασφαλίσετε τη μακροημέρευση σας στην εξουσία.

 

Καταφέρατε να ενώσετε πρόσκαιρα του Σκοπιανούς,

η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων είναι Σλάβοι, με σημαντική Αλβανική μειονότητα και άλλες πολύ μικρότερες,

και να διχάσετε τους Έλληνες.

 

Ο Πρωθυπουργός, σε ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα, αντί

να κινηθεί εθνικά,

να επιδιώξει εθνική συνεννόηση με τους πολιτικούς αρχηγούς και

να χαράξει εθνική γραμμή,

προσπάθησε εξαρχής να εργαλειοποιήσει το Σκοπιανό.

 

Η βασική του επιδίωξη, ήταν να εκμεταλλευθεί κομματικά το ζήτημα για

να πλήξει πρωτίστως τη Νέα Δημοκρατία,

να την ταυτίσει με την ακροδεξιά και

να τη φέρει υποτίθεται σε δύσκολη θέση.

 

Αφού απέτυχε παταγωδώς σε αυτό, στη συνέχεια προσπάθησε

να διαλύσει τα μικρότερα κόμματα και

να σχηματίσει μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία συναλλαγών και αποστασιών.

 

Η Συμφωνία των Πρεσπών είναι το αποτέλεσμα των πολιτικών μεθοδεύσεων του κ. Τσίπρα, ο οποίος με τη βοήθεια των ΑΝΕΛ, εξευτέλισε κάθε έννοια δημοκρατικής διαδικασίας, εντός και εκτός Κοινοβουλίου.

 

Αν αυτή η συμφωνία δεν συνιστά εθνική ήττα, τότε τι;

 

Και κάτι ακόμα, πολύ σημαντικό.

 

Έχουν σταλεί οι τροποποιήσεις, χωρίς να έχει σταλεί το τελικό κείμενο των τροποποιήσεων.

 

Πώς μπορούν οι βουλευτές να ψηφίσουν ένα κείμενο που δεν έχει ακόμα την τελική μορφή του;

 

Είναι ανεπίτρεπτο να μην υπάρχει κατατεθειμένο το ενιαίο κείμενο του Συντάγματος των Σκοπίων, το οποίο είναι προαπαιτούμενο συζήτησης.

 

Αυτό συνιστά κατάφωρη παραβίαση βασικού όρου της Συμφωνίας των Πρεσπών που ορίζει (άρθρο 1παρ. 4 εδάφια ε&ζ) ότι το «Δεύτερο Μέρος θα ολοκληρώσει in toto τις συνταγματικές τροποποιήσεις έως το τέλος του 2018» και

«μόλις το Δεύτερο Μέρος γνωστοποιήσει την ολοκλήρωση των προαναφερόμενων συνταγματικών τροποποιήσεων και όλων των εσωτερικών νομικών διαδικασιών του προκειμένου να τεθεί σε ισχύ η παρούσα Συμφωνία το Πρώτο Μέρος θα κυρώσει χωρίς καθυστέρηση την παρούσα Συμφωνία».

 

Αυτοί οι χειρισμοί μας εκθέτουν ως κοινοβούλιο και ως βουλευτές.

 

Έχουμε κληθεί να κυρώσουμε μια συμφωνία η οποία

είναι ημιτελής σε ό,τι αφορά τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η άλλη πλευρά και

έχει ήδη παραβιαστεί από την άλλη πλευρά.

 

Απίστευτα πράγματα!

 

 

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

 

Σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε τις τελευταίες δεκαετίες, που στα εθνικά θέματα υπήρχε πάντοτε η προσπάθεια εξασφάλισης κάποιων συναινέσεων σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών,

αλλά και σε επίπεδο κομμάτων,

η Συμφωνία των Πρεσπών είναι προϊόν πολιτικών τακτικισμών

και - το χειρότερο –

διχαστικών κινήτρων από την πλευρά της κυβέρνησης.

 

Τα γεγονότα που ζήσαμε το τελευταίο διάστημα,

οι πρακτικές ευτελισμού του κοινοβουλίου και

αναζήτησης βουλευτών για συγκυριακή αξιοποίηση,

ανοίγουν στη πολιτική και κοινοβουλευτική ζωή του τόπου μια πληγή που δύσκολα θα επουλωθεί.

 

Και αυτό είναι ασυγχώρητο.

 

Επί της ουσίας,

 

η Συμφωνία των Πρεσπών είναι μια εθνική υποχώρηση ιστορικής διάστασης.

 

Όχι μόνο δεν λύνει προβλήματα,

αντιθέτως εγείρει καινούργια και ανοίγει τους ασκούς του Αιόλου στην περιοχή.

 

Ο συνδυασμός

(α) του ονόματος «Βόρεια Μακεδονία»,

(β) της «Μακεδονικής» ιθαγένειας,

(γ) του «Μακεδονικού λαού» που αναφέρεται και στις τροπολογίες του Συντάγματος της πΓΔΜ,

(δ) της αποδοχής ύπαρξης επίσημης «μακεδονικής» γλώσσας και

(ε) της συνταγματικής δέσμευσης των Σκοπίων ότι θα εξακολουθούν να μεριμνούν και για τη διασπορά του «Μακεδονικού» λαού,

συνιστούν παραδοχή ότι υπάρχει Μακεδονική εθνότητα.

 

Με τη Συμφωνία των Πρεσπών το ιδεολόγημα του «Μακεδονισμού μετεξελίσσεται.

 

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

 

Αυτή την ώρα, όλοι οι βουλευτές, είμαστε ενώπιον μιας ιστορικής ευθύνης,

την οποία πρέπει να αναλάβουμε επώνυμα, με θάρρος και παρρησία.

 

Καλούμαστε,

με τη δύναμη που μας δίνει η πλειοψηφία του ελληνικού λαού,

να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων,

να προασπίσουμε τα εθνικά μας συμφέροντα και

να διαφυλάξουμε την εθνική ενότητα.

 

Απόψε κρινόμαστε από την Ιστορία.

Print
710 Rate this article:
No rating

Theme picker

Όροι χρήσηςΠολιτική ΑπορρήτουCopyright 2020 ΙΩΑΝΝΗΣ Π. ΤΡΑΓΑΚΗΣ
Επιστροφή πάνω